to close off
close
kləʊz
klewz
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "close off"στα αγγλικά

to close off
01

κλείνω, μπλοκάρω

to restrict or block access to a particular area or passage 
to close off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
close
ενεστώτας
close off
γ΄ ενικό πρόσωπο
closes off
ενεστώτα μετοχή
closing off
απλός αόριστος
closed off
παθητική μετοχή
closed off
Παραδείγματα
Due to construction, they had to close off the main road for the weekend, causing traffic detours. 

Λόγω κατασκευής, έπρεπε να κλείσουν τον κύριο δρόμο για το σαββατοκύριακο, προκαλώντας παρεκκλίσεις κυκλοφορίας.

02

κλείνομαι, απομονώνομαι

to intentionally avoid engaging in new experiences or connections 
Παραδείγματα
After the breakup, she tends to close herself off from romantic relationships. 

Μετά το χωρισμό, τείνει να κλείνεται από τις ρομαντικές σχέσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store