Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clitoris
01
κλειτορίδα, κλειτ
(anatomy) a small erectile part of the female genitalia that becomes larger when sexually stimulated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
clitorises
θηλυκό ενικό
clitoris
neutral form
genital structure



























