clitoris
Pronunciation
/kɫaɪˈtɔɹɪs/

Ορισμός και σημασία του "clitoris"στα αγγλικά

01

κλειτορίδα, κλειτ

(anatomy) a small erectile part of the female genitalia that becomes larger when sexually stimulated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clitorises
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store