clique
clique
kli:k
klik
claque

Ορισμός και σημασία του "clique"στα αγγλικά

01

κλίκα

a small, exclusive group of individuals who share similar interests, attitudes, or social status 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cliques
Παραδείγματα
In high school, there was a clique of popular kids who always hung out together and rarely interacted with anyone else. 

Στο λύκειο, υπήρχε μια κλίκα δημοφιλών παιδιών που περνούσαν πάντα μαζί και σπάνια αλληλεπιδρούσαν με οποιονδήποτε άλλο.

Λεξικό Δέντρο

cliquey
cliquish
clique
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store