Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clipping
01
αποκοπή, αποκοπή εφημερίδας
a story or article cut from a newspaper or magazine to be kept
Dialect
American
Παραδείγματα
As a journalist, I often save clippings of my published articles as a record of my work and accomplishments.
Ως δημοσιογράφος, συχνά αποθηκεύω αποκομμένες δημοσιεύσεις από τα δημοσιευμένα άρθρα μου ως αρχείο της δουλειάς και των επιτευγμάτων μου.
Παραδείγματα
The process of clipping often retains the original word's meaning and can occur in various parts of speech, such as nouns, verbs, and adjectives.
Η διαδικασία του clipping συχνά διατηρεί την αρχική σημασία της λέξης και μπορεί να συμβεί σε διάφορα μέρη του λόγου, όπως ουσιαστικά, ρήματα και επίθετα.
03
the action of snipping or cutting
Παραδείγματα
Clipping the wires carefully prevented damage to the circuit.
Λεξικό Δέντρο
clipping
clip



























