clipping
cli
ˈklɪ
kli
pping
pɪng
ping
clumpingcloppingclapping

Ορισμός και σημασία του "clipping"στα αγγλικά

01

αποκοπή, αποκοπή εφημερίδας

a story or article cut from a newspaper or magazine to be kept 
Dialectamerican flagAmerican
cuttingbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clippings
Παραδείγματα
My grandmother keeps a box of cherished clippings that she has collected over the years, filled with articles of historical significance. 

Η γιαγιά μου κρατάει ένα κουτί με πολύτιμες αποκοπές που έχει συλλέξει τα χρόνια, γεμάτο με άρθρα ιστορικής σημασίας.

02

περικοπή, συντομογραφία

the process of shortening a word by dropping one or more syllables 
Παραδείγματα
Clipping is a morphological process in linguistics where a longer word is shortened without changing its meaning, often resulting in a more casual or familiar term. 

Το clipping είναι μια μορφολογική διαδικασία στη γλωσσολογία όπου μια μεγαλύτερη λέξη συντομεύεται χωρίς να αλλάζει η σημασία της, συχνά με αποτέλεσμα έναν πιο χαλαρό ή οικείο όρο.

03

κλάδεμα, κοπή

the action of snipping or cutting 
Παραδείγματα
The gardener's clipping of the roses kept the bushes healthy. 

Το κλάδεμα των τριαντάφυλλων από τον κηπουρό διατήρησε τους θάμνους υγιείς.

Λεξικό Δέντρο

clipping
clip
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store