cleft palate
cleft
ˈklɛft
κλεφτ
pa
παι
late
lət
λατ
/klˈɛft pˈalət/

Ορισμός και σημασία του "cleft palate"στα αγγλικά

01

σχισμή υπερώας, χειλοσχισμή

a congenital condition where there is an opening or gap in the roof of the mouth, often present from birth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cleft palates
Παραδείγματα
Cleft palate can vary in severity, and treatment approaches are tailored accordingly.
Ο σχισμός υπερώας μπορεί να ποικίλει σε βαρύτητα και οι προσεγγίσεις θεραπείας προσαρμόζονται ανάλογα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store