cleat
cleat
klit
κλιτ
/klˈiːt/

Ορισμός και σημασία του "cleat"στα αγγλικά

01

καρούτσα, αντιολισθητική σόλα

a metal or rubber projection at the sole of a shoe that prevents the wearer from slipping
cleat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cleats
02

ξύλινη ή μεταλλική λωρίδα, ενισχυτική ταινία

a strip of wood or metal used to strengthen the surface to which it is attached
03

σύνδεσμος σχοινιού, καρφί στερέωσης σχοινιού

a fastener (usually with two projecting horns) around which a rope can be secured
to cleat
01

ασφαλίζω σε μια κουπαστή, δένω σε μια κουπαστή

secure on a cleat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cleat
γ΄ ενικό πρόσωπο
cleats
ενεστώτα μετοχή
cleating
απλός αόριστος
cleated
παθητική μετοχή
cleated
02

εξοπλίζω με πέλματα, προμηθεύω με πέλματα

provide with cleats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store