Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cleat
01
καρούτσα, αντιολισθητική σόλα
a metal or rubber projection at the sole of a shoe that prevents the wearer from slipping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cleats
02
ξύλινη ή μεταλλική λωρίδα, ενισχυτική ταινία
a strip of wood or metal used to strengthen the surface to which it is attached
03
σύνδεσμος σχοινιού, καρφί στερέωσης σχοινιού
a fastener (usually with two projecting horns) around which a rope can be secured
to cleat
01
ασφαλίζω σε μια κουπαστή, δένω σε μια κουπαστή
secure on a cleat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cleat
γ΄ ενικό πρόσωπο
cleats
ενεστώτα μετοχή
cleating
απλός αόριστος
cleated
παθητική μετοχή
cleated
02
εξοπλίζω με πέλματα, προμηθεύω με πέλματα
provide with cleats



























