Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clearance
01
διάκενο, ελεύθερος χώρος
the amount of space or distance separating two objects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clearances
Παραδείγματα
The plane's wing had minimal clearance from the hangar wall.
Η πτέρυγα του αεροπλάνου είχε ελάχιστο διάκενο από τον τοίχο του υπόστεγου.
02
άδεια
official permission to proceed or to happen
Παραδείγματα
The pilot received clearance from air traffic control to take off.
Ο πιλότος έλαβε άδεια από τον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας για απογείωση.
2.1
άδεια, άδεια πτήσης
official authorization from an airport control tower for an aircraft to take off, land, or proceed on a specified route
Παραδείγματα
The flight was delayed while waiting for landing clearance.
Η πτήση καθυστέρησε ενώ περίμενε την άδεια προσγείωσης.
03
ελεύθερο ύψος, ελεύθερο χώρο
the vertical distance available beneath an object for passage
Παραδείγματα
The bridge has a clearance of 4.5 meters.
Η γέφυρα έχει ελεύθερο ύψος 4,5 μέτρων.
04
εκκαθάριση, καθαρισμός
the act of clearing away obstacles or unwanted materials to make an area open or usable
Παραδείγματα
The team began land clearance for the new construction site.
Η ομάδα ξεκίνησε την εκκαθάριση του εδάφους για το νέο εργοτάξιο.
05
εκκαθάριση, απεμπλοκή
a defensive play that drives the ball away from the goal area
Παραδείγματα
The defender made a crucial clearance to relieve pressure on the defense.
Ο αμυντικός έκανε μια κρίσιμη εκκαθάριση για να ανακουφίσει την πίεση στην άμυνα.
Λεξικό Δέντρο
clearance
clear



























