clear-cut
Pronunciation
/ˈkɫɪɹˌkət/

Ορισμός και σημασία του "clear-cut"στα αγγλικά

01

σαφής και απλός, άμεσος και κατανοητός

straightforward, simple, and easily understood without any confusion or complexity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clear-cut
συγκριτικός βαθμός
more clear-cut
διαβαθμίσιμο
02

αποψιλωμένος, καθαρισμένος

having had all the trees removed at one time
03

σαφής και διακριτός, εμφανής

clear and distinct to the senses; easily perceptible
to clear-cut
01

ξεκαθαρίζω τελείως, αφαιρώ όλα τα δέντρα ταυτόχρονα

remove all the trees at one time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clear-cut
γ΄ ενικό πρόσωπο
clear-cuts
ενεστώτα μετοχή
clear-cutting
απλός αόριστος
clear-cut
παθητική μετοχή
clear-cut
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store