Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clear-cut
01
σαφής και απλός, άμεσος και κατανοητός
straightforward, simple, and easily understood without any confusion or complexity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clear-cut
συγκριτικός βαθμός
more clear-cut
διαβαθμίσιμο
02
αποψιλωμένος, καθαρισμένος
having had all the trees removed at one time
03
σαφής και διακριτός, εμφανής
clear and distinct to the senses; easily perceptible
to clear-cut
01
ξεκαθαρίζω τελείως, αφαιρώ όλα τα δέντρα ταυτόχρονα
remove all the trees at one time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clear-cut
γ΄ ενικό πρόσωπο
clear-cuts
ενεστώτα μετοχή
clear-cutting
απλός αόριστος
clear-cut
παθητική μετοχή
clear-cut



























