Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clean-cut
01
καθαρός, συμβατικός
neat and conventional appearance, hairstyle, or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clean-cut
συγκριτικός βαθμός
more clean-cut
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A clean‑cut uniform gave the team a professional look.
Μια καθαρισμένη στολή έδωσε στην ομάδα μια επαγγελματική εμφάνιση.
02
καλά καθορισμένο, σαφές
sharply defined, clear, and easy to perceive with the senses
Παραδείγματα
She gave a clean‑cut explanation that left no confusion.
Έδωσε μια σαφή εξήγηση που δεν άφησε καμία σύγχυση.



























