Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clean-cut
01
καθαρός, συμβατικός
neat and conventional appearance, hairstyle, or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clean-cut
συγκριτικός βαθμός
more clean-cut
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The clean‑cut student wore a crisp shirt and polished shoes.
Ο καθαρισμένος φοιτητής φορούσε μια τραγανή μπλούζα και γυαλιστερά παπούτσια.
02
καλά καθορισμένο, σαφές
sharply defined, clear, and easy to perceive with the senses
Παραδείγματα
The mountain's clean‑cut outline stood against the sky.
Το καθαρό περίγραμμα του βουνού ξεχώριζε ενάντια στον ουρανό.



























