Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clavichord
01
κλαβικόρδο, κλαβικόρδο
a Western European keyboard instrument producing soft tones, especially used in the 18th century
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clavichords



























