clapboard
clap
klæp
κλαιπ
board
bɔ:rd
μπωρντ
/klˈæpbɔːd/

Ορισμός και σημασία του "clapboard"στα αγγλικά

01

ξύλινη επένδυση με επικάλυψη, επικάλυψη ξύλινης επένδυσης

a type of wooden siding made from overlapping, tapered boards, commonly used for weather-resistant and visually appealing exterior cladding in residential construction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clapboards
to clapboard
01

καλύπτω με ξύλινες σανίδες, επικαλύπτω με σανίδες

cover with clapboards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clapboard
γ΄ ενικό πρόσωπο
clapboards
ενεστώτα μετοχή
clapboarding
απλός αόριστος
clapboarded
παθητική μετοχή
clapboarded

Λεξικό Δέντρο

clapboard

clap

+

board

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store