Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clapboard
01
ξύλινη επένδυση με επικάλυψη, επικάλυψη ξύλινης επένδυσης
a type of wooden siding made from overlapping, tapered boards, commonly used for weather-resistant and visually appealing exterior cladding in residential construction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clapboards
to clapboard
01
καλύπτω με ξύλινες σανίδες, επικαλύπτω με σανίδες
cover with clapboards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clapboard
γ΄ ενικό πρόσωπο
clapboards
ενεστώτα μετοχή
clapboarding
απλός αόριστος
clapboarded
παθητική μετοχή
clapboarded
Λεξικό Δέντρο
clapboard
clap
board



























