Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clangour
01
βροντή, κραυγή
a loud resonant repeating noise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clangours
to clangour
01
ηχώ, κουδουνίζω
to make an ongoing loud or ringing noise; especially that of metal being hit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clangour
γ΄ ενικό πρόσωπο
clangours
ενεστώτα μετοχή
clangouring
απλός αόριστος
clangoured
παθητική μετοχή
clangoured
LanGeek



























