Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clangorous
01
ηχηρός, μεταλλικός
producing a loud, harsh, and metallic sound
Παραδείγματα
The clangorous banging of drums could be heard from the parade down the street.
Ο κραυγαλέος κτύπος των τυμπάνων ακουγόταν από την παρέλαση στο δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
clangorous
clangor
clang



























