clangor
clan
ˈklæn
klān
gor
clangourclanger

Ορισμός και σημασία του "clangor"στα αγγλικά

01

ο μεταλλικός κρότος, η ηχηρή βροντή

a loud, resonant, and often repeating noise, typically metallic or echoing in nature 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clangors
Παραδείγματα
The clangor of church bells echoed through the valley. 

Ο κρότος των καμπανών της εκκλησίας ηχούσε στην κοιλάδα.

to clangor
01

ηχώ δυνατά, βροντώ με θόρυβο

to produce a loud, resonant, and often metallic noise 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clangor
γ΄ ενικό πρόσωπο
clangors
ενεστώτα μετοχή
clangoring
απλός αόριστος
clangored
παθητική μετοχή
clangored
Παραδείγματα
The bells clangored in celebration. 

Οι καμπάνες ηχούσαν στον εορτασμό.

Λεξικό Δέντρο

clangorous
clangor
clang
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store