Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
civilized
01
πολιτισμένος, ευγενικός
displaying refined manners and cultured behavior
Παραδείγματα
Despite their differences, they engaged in civilized discourse, respecting each other's opinions.
Παρά τις διαφορές τους, συμμετείχαν σε πολιτισμένο διάλογο, σέβοντας τις απόψεις του άλλου.
02
πολιτισμένος, εκλεπτυσμένος
having a high state of culture and development both social and technological
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most civilized
συγκριτικός βαθμός
more civilized
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
noncivilized
uncivilized
civilized
civilize
civil



























