Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Civilian garb
01
αστική ενδυμασία, κοινή ρούχα
ordinary clothing as distinguished from uniforms, work clothes, clerical garb, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
civilian garbs



























