civil servant
ci
ˈsɪ
si
vil
vəl
vēl
ser
sɜ:
vant
vənt
vēnt

Ορισμός και σημασία του "civil servant"στα αγγλικά

01

δημόσιος υπάλληλος, κρατικός λειτουργός

someone who works in the civil service 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
civil servants
Παραδείγματα
Civil servants play a crucial role in implementing government policies and delivering public services. 

Οι δημόσιοι υπάλληλοι παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εφαρμογή των κυβερνητικών πολιτικών και στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store