Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Civil engineering
01
πολιτικός μηχανικός, μηχανική πολιτικών έργων
a field of engineering that deals with the design, construction, and repair of buildings, bridges, roads, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Civil engineering plays a crucial role in urban development and city planning.
Το πολιτικό μηχανικό παίζει καθοριστικό ρόλο στην αστική ανάπτυξη και τον σχεδιασμό της πόλης.



























