Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cityscape
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cityscapes
02
αστική τοπιογραφία, θέα της πόλης
the urban environment or the visual appearance of a city's buildings, structures, and overall skyline
LanGeek



























