cityscape
ci
ˈsɪ
si
tys
tis
tis
cape
keɪp
keip

Ορισμός και σημασία του "cityscape"στα αγγλικά

01

αστική τοπιογραφία, πανοραμική θέα της πόλης

a painting or photograph representing a city or an urban area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cityscapes
02

αστική τοπιογραφία, θέα της πόλης

the urban environment or the visual appearance of a city's buildings, structures, and overall skyline 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store