city hall
Pronunciation
/ˈsɪti ˌhɔl/

Ορισμός και σημασία του "city hall"στα αγγλικά

01

δημαρχείο, πρωτεύουσα

a building in which people who manage a city work
city hall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
city halls
Παραδείγματα
They visited city hall to obtain a building permit for their home renovation project.
Επισκέφτηκαν το δημαρχείο για να λάβουν άδεια οικοδομής για το έργο ανακαίνισης του σπιτιού τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store