city
ci
ˈsɪ
σι
ty
ti
τι
pitykittywittylitty

Ορισμός και σημασία του "city"στα αγγλικά

01

πόλη, μητρόπολη

a larger and more populated town 
city definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cities
Παραδείγματα
She enjoys exploring the city's parks and landmarks on weekends. 

Απολαμβάνει να εξερευνά τα πάρκα και τα αξιοθέατα της πόλης τα σαββατοκύριακα.

02

πόλη

an incorporated administrative district established by state charter 
03

πόλη, μητρόπολη

people living in a large densely populated municipality 
04

Μανχάταν, Η Πόλη

Manhattan, the central borough of New York City 
αργκό
Παραδείγματα
Hey, I heard there's this great new club in The City. Wanna go? 

Γεια, άκουσα ότι υπάρχει ένα υπέροχο νέο κλαμπ στην Πόλη. Θέλεις να πάμε;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

citify
city
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store