Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cittern
01
σιτέρνα, έγχορδο όργανο με σχήμα αχλαδιού
a stringed instrument that was popular during the Renaissance with a pear-shaped body and a neck that was thicker under the treble strings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
citterns



























