citizenry
ci
ˈsɪ
si
ti
ti
zen
zən
zēn
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "citizenry"στα αγγλικά

01

πολιτεία, πληθυσμός

the entire people who live in a particular place or country 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

citizenry
citizen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store