citadel
ci
ˈsɪ
σι
ta
τα
del
dəl
νταλ

Ορισμός και σημασία του "citadel"στα αγγλικά

01

ακρόπολη, φρούριο

a fortified stronghold, often situated in a commanding location for defense purposes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
citadels
Παραδείγματα
The ancient citadel stood atop the hill, overlooking the entire city below. 

Το αρχαίο φρούριο στέκονταν στην κορυφή του λόφου, με θέα ολόκληρη την πόλη από κάτω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store