Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Circularity
01
κυκλικότητα, κυκλικός συλλογισμός
the fact of a theory or an argument continuously returning to the starting point, due to having a conclusion that has been assumed as a premise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
circularities
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
circularity
circular
circle



























