cipher
ci
ˈsaɪ
sai
pher
cither
cypher

Ορισμός και σημασία του "cipher"στα αγγλικά

01

κρυπτογράφημα, μυστικός κώδικας

a piece of writing that hides its meaning using a code only certain people can understand 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ciphers
Παραδείγματα
The spy handed over a cipher that only his contact could read. 

Ο κατάσκοπος παρέδωσε ένα κρυπτογράφημα που μόνο η επαφή του μπορούσε να διαβάσει.

02

κρυπτογράφημα, μυστικός κώδικας

a specific code or set of rules used to disguise the content of a message 
Παραδείγματα
The army developed a new cipher for secure communication. 

Ο στρατός ανέπτυξε ένα νέο κρυπτογράφημα για ασφαλή επικοινωνία.

03

ένα μηδέν, ένας τίποτα

someone considered unimportant or lacking any real influence 
Παραδείγματα
He felt like a political cipher in the meeting. 

Αισθανόταν σαν ένα πολιτικό μηδέν στη συνάντηση.

04

μηδέν, τίποτα

something considered insignificant 
Παραδείγματα
Their opinion was regarded as a cipher in the decision-making process. 

Η γνώμη τους θεωρήθηκε κρυπτογράφημα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

05

μηδέν, μηδενικό ψηφίο

a number that leaves another number unchanged when added 
Παραδείγματα
Adding a cipher to any number leaves it unchanged. 

Η προσθήκη ενός μηδενός σε οποιονδήποτε αριθμό τον αφήνει αμετάβλητο.

to cipher
01

κρυπτογραφώ, κωδικοποιώ

to turn normal writing into a coded form so its meaning is hidden 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cipher
γ΄ ενικό πρόσωπο
ciphers
ενεστώτα μετοχή
ciphering
απλός αόριστος
ciphered
παθητική μετοχή
ciphered
Παραδείγματα
She ciphered the letter before sending it. 

Αυτή κρυπτογράφησε το γράμμα πριν το στείλει.

02

υπολογίζω, κρυπτογραφώ

to calculate a number 
Παραδείγματα
She spent the afternoon ciphering the household expenses. 

Πέρασε το απόγευμα κρυπτογραφώντας τα οικογενειακά έξοδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store