cingulum
cin
ˈsɪn
σιν
gu
gjʊ
γκγου
lum
ləm
λαμ
cingula

Ορισμός και σημασία του "cingulum"στα αγγλικά

01

κίγγουλομ, στρογγυλεμένη ράχη ή προεξοχή

a rounded ridge or prominence found on the lingual surface of anterior teeth near the cervical third 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cingula

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store