Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cingulum
01
κίγγουλομ, στρογγυλεμένη ράχη ή προεξοχή
a rounded ridge or prominence found on the lingual surface of anterior teeth near the cervical third
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cingula



























