cigaret
ci
ˈsɪ
σι
ga
γκαι
ret
rət
ρατ
/sˈɪɡaɹət/

Ορισμός και σημασία του "cigaret"στα αγγλικά

01

τσιγάρο

finely ground tobacco wrapped in paper; for smoking
cigaret definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cigarettes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store