Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cigaret
01
τσιγάρο
finely ground tobacco wrapped in paper; for smoking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cigarettes
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τσιγάρο