Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cicatrice
01
ουλή
a mark left (usually on the skin) by the healing of injured tissue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cicatrices
LanGeek



























