chute
chute
ʃut
σουτ
/ʃˈuːt/

Ορισμός και σημασία του "chute"στα αγγλικά

01

τσουλήθρα, κεκλιμένος αγωγός

sloping channel through which things can descend
chute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chutes
02

αλεξίπτωτο

rescue equipment consisting of a device that fills with air and retards your fall
chute definition and meaning
to chute
01

πήδα με αλεξίπτωτο, κάνω άλμα με αλεξίπτωτο

jump from an airplane and descend with a parachute
to chute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
chute
γ΄ ενικό πρόσωπο
chutes
ενεστώτα μετοχή
chuting
απλός αόριστος
chuted
παθητική μετοχή
chuted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store