Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chute
01
τσουλήθρα, κεκλιμένος αγωγός
sloping channel through which things can descend
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chutes
02
αλεξίπτωτο
rescue equipment consisting of a device that fills with air and retards your fall
to chute
01
πήδα με αλεξίπτωτο, κάνω άλμα με αλεξίπτωτο
jump from an airplane and descend with a parachute
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
chute
γ΄ ενικό πρόσωπο
chutes
ενεστώτα μετοχή
chuting
απλός αόριστος
chuted
παθητική μετοχή
chuted



























