churlish
Pronunciation
/ˈtʃɝɫɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "churlish"στα αγγλικά

01

αγενής, αγροίκος

rude, ill-mannered, or surly in behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most churlish
συγκριτικός βαθμός
more churlish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The churlish attitude of the teenager towards his parents often caused tension in the household.
Η αγενής συμπεριφορά του εφήβου απέναντι στους γονείς του συχνά προκαλούσε ένταση στο νοικοκυριό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store