Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chunky
01
χοντρός, σε κομμάτια
(of food) having large pieces
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chunkiest
συγκριτικός βαθμός
chunkier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The chunky tomato soup was full of large, tender pieces of vegetables and herbs.
Η χοντρή σούπα ντομάτας ήταν γεμάτη με μεγάλα, τρυφερά κομμάτια λαχανικών και βοτάνων.
Παραδείγματα
The chunky football player easily pushed through the opposing team's defense.
Ο στέρεος ποδοσφαιριστής πέρασε εύκολα την άμυνα της αντίπαλης ομάδας.
03
χοντρός, ογκώδης
having a thick, heavy, or solid appearance with large parts or pieces that are not smooth or fine
Παραδείγματα
The necklace featured a chunky chain design.
Λεξικό Δέντρο
chunky
chunk



























