chump
chump
ʧəmp
chēmp
/t‍ʃˈʌmp/

Ορισμός και σημασία του "chump"στα αγγλικά

01

ανόητος, βλάκας

a person foolish, easily fooled, or generally displeasing
Dialectamerican flagAmerican
chump definition and meaning
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chumps
Παραδείγματα
She called him a chump for trusting that scammer.
Τον αποκάλεσε ανόητο επειδή εμπιστεύτηκε εκείνο τον απατεώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store