Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chukka
01
παπούτσι που φτάνει στον αστράγαλο και δένεται με κορδόνια μέσα από δύο ή τρία ζεύγη τρυπημάτων, μποτάκι
a shoe that comes up to the ankle and is laced through two or three pairs of eyelets; often made of suede
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chukkas
02
τσούκα, περίοδος
(polo) one of six divisions into which a polo match is divided



























