chukka
chu
ˈʧʌ
cha
kka
puckapukka

Ορισμός και σημασία του "chukka"στα αγγλικά

01

παπούτσι που φτάνει στον αστράγαλο και δένεται με κορδόνια μέσα από δύο ή τρία ζεύγη τρυπημάτων, μποτάκι

a shoe that comes up to the ankle and is laced through two or three pairs of eyelets; often made of suede 
chukka definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chukkas
02

τσούκα, περίοδος

(polo) one of six divisions into which a polo match is divided 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store