Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chuckwalla
01
τσάκγουαλα, σαύρα τσάκγουαλα
a large, herbivorous lizard species known for its robust body, rough scales, and ability to inflate itself when threatened
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chuckwallas



























