chronicler
chro
ˈkrɒ
kro
nic
nɪk
nik
ler

Ορισμός και σημασία του "chronicler"στα αγγλικά

01

χρονικογράφος, ιστορικός

a person who records influential or historical events by writing them down in the exact order that they happened 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chroniclers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chronicler
chronicle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store