Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chow
01
τσάου τσάου, ράτσα μεσαίου μεγέθους σκύλων με πυκνό τρίχωμα
breed of medium-sized dogs with a thick coat and fluffy curled tails and distinctive blue-black tongues; believed to have originated in northern China
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chows
02
φαγητό, τροφή
a food or a meal, especially in an informal or casual setting
slang
Παραδείγματα
We grabbed some chow at the new diner.
Φάγαμε κάτι φαγητό στο νέο εστιατόριο.
03
η δυναστεία Zhou, η αυτοκρατορική δυναστεία Zhou
the imperial dynasty of China from 1122 to 221 BC; notable for the rise of Confucianism and Taoism
to chow
01
τρώω, καταβροχθίζω
(South African) to eat
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chow
γ΄ ενικό πρόσωπο
chows
ενεστώτα μετοχή
chowing
απλός αόριστος
chowed
παθητική μετοχή
chowed
Παραδείγματα
She chowed her lunch before heading out.
Έφαγε το μεσημεριανό της πριν βγει έξω.



























