to chortle
chortle
ʧɔ:tl
chawtl
chorale

Ορισμός και σημασία του "chortle"στα αγγλικά

to chortle
01

χαχανίζω, γελάω σιγανά

to laugh in a quiet, partly restrained way, often showing amusement or delight 
Intransitive
to chortle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chortle
γ΄ ενικό πρόσωπο
chortles
ενεστώτα μετοχή
chortling
απλός αόριστος
chortled
παθητική μετοχή
chortled
Παραδείγματα
He chortled softly at the joke. 

Χαχάνισε απαλά στο αστείο.

01

κατευνασμένο γέλιο, συγκρατημένο χάχανο

a muffled or partly suppressed laugh, usually expressing mild amusement 
chortle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chortles
Παραδείγματα
A chortle escaped her as she read the text message. 

Ένα χαχανητό της ξέφυγε καθώς διάβαζε το μήνυμα κειμένου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store