choroid
cho
ˈkɒ
ko
roid
rɔɪd
royd
corrode

Ορισμός και σημασία του "choroid"στα αγγλικά

01

χοριοειδής, αγγειακή μεμβράνη του ματιού

a vascular layer of tissue in the eye, located between the retina and the sclera 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
choroids
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store