Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Choroid
01
χοριοειδής, αγγειακή μεμβράνη του ματιού
a vascular layer of tissue in the eye, located between the retina and the sclera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
choroids
LanGeek



























