Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Choreography
01
χορογραφία
the act of designing and organizing dance movements for a performance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
χορογραφία
a symbolic description of dance movements
03
χορογραφία
a notation used by choreographers
Λεξικό Δέντρο
choreographic
choreography



























