choreographic
cho
ˌkɒ
ko
reog
ˈriəg
riēg
ra
phic
fɪk
fik
lexicographicpolarographiccryptographichydrographic

Ορισμός και σημασία του "choreographic"στα αγγλικά

choreographic
01

χορογραφικός

related to the art or technique of creating dance sequences or movements 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most choreographic
συγκριτικός βαθμός
more choreographic
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
dance, art, performance
Παραδείγματα
The performance left the audience in awe of the choreographic brilliance of the choreographer's vision. 

Η παράσταση άφησε το κοινό σε δέος μπροστά στη χορογραφική λαμπρότητα του οράματος του χορογράφου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

choreographic
choreography
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store