choreographer
cho
ˌkɔ
κο
reog
ˈriɑg
ριαγκ
ra
ρα
pher
fɜr
φερρ
/kˌɔːɹɪˈɒɡɹəfɐ/

Ορισμός και σημασία του "choreographer"στα αγγλικά

01

χορογράφος

a person who creates and designs dance movements and routines, typically for performances, shows, or productions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
choreographers
Παραδείγματα
She dreams of becoming a choreographer for major dance productions.
Ονειρεύεται να γίνει χορογράφος για μεγάλες χορογραφικές παραγωγές.

Λεξικό Δέντρο

choreographer
choreograph
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store