Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chord
01
συγχορδία, chord
three or more musical notes that form a harmony when played together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chords
Παραδείγματα
The guitarist strummed a G major chord to start the song.
Ο κιθαρίστας έπαιξε μια σολ ματζόρε χορδή για να ξεκινήσει το τραγούδι.
02
χορδή, αρμονία
a straight line segment that connects two points on the edge of a circle
Παραδείγματα
The longest chord in a circle is its diameter.
Η μεγαλύτερη χορδή σε έναν κύκλο είναι η διάμετρός του.
to chord
01
εναρμονίζω, εναρμονίζω
bring into consonance, harmony, or accord while making music or singing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chord
γ΄ ενικό πρόσωπο
chords
ενεστώτα μετοχή
chording
απλός αόριστος
chorded
παθητική μετοχή
chorded
02
παίζω συγχορδίες, κουρδίζω
play chords on (a stringed instrument)
Λεξικό Δέντρο
chordal
chorus
chord



























