to chop down
chop
ʧɒp
chop
down
daʊn
dawn

Ορισμός και σημασία του "chop down"στα αγγλικά

to chop down
01

κόβω, πετώ

to cut something, usually a tree or large plant 
to chop down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
chop
ενεστώτας
chop down
γ΄ ενικό πρόσωπο
chops down
ενεστώτα μετοχή
chopping down
απλός αόριστος
chopped down
παθητική μετοχή
chopped down
Παραδείγματα
They decided to chop the old tree down for safety reasons. 

Αποφάσισαν να κόψουν το παλιό δέντρο για λόγους ασφαλείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store