Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chop down
01
κόβω, πετώ
to cut something, usually a tree or large plant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
chop
ενεστώτας
chop down
γ΄ ενικό πρόσωπο
chops down
ενεστώτα μετοχή
chopping down
απλός αόριστος
chopped down
παθητική μετοχή
chopped down
Παραδείγματα
They decided to chop the old tree down for safety reasons.
Αποφάσισαν να κόψουν το παλιό δέντρο για λόγους ασφαλείας.



























