chop down
chop
ʧɑ:p
τσαπ
down
daʊn
νταουν
/tʃˈɒp dˈaʊn/

Ορισμός και σημασία του "chop down"στα αγγλικά

to chop down
[phrase form: chop]
01

κόβω, πετώ

to cut something, usually a tree or large plant
to chop down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
chop
ενεστώτας
chop down
γ΄ ενικό πρόσωπο
chops down
ενεστώτα μετοχή
chopping down
απλός αόριστος
chopped down
παθητική μετοχή
chopped down
Παραδείγματα
The forester carefully chopped down the marked trees in the forest.
Ο δασοφύλακας έκοψε προσεκτικά τα σημαδεμένα δέντρα στο δάσος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store