Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chocolate-brown
01
σοκολατόχρωμο, καφέ σοκολάτα
of a color similar to that of wood or earth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chocolate-brown
συγκριτικός βαθμός
more chocolate-brown
διαβαθμίσιμο



























