Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chivalry
01
ιπποσύνη, ευγένεια
the act of being kind, polite, and courteous to women
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
ιπποσύνη, ιπποτικός κώδικας
the medieval principles governing knighthood and knightly conduct
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
chivalric
chivalrous
chivalry



























