chivalry
chi
ˈʃɪ
shi
val
vəl
vēl
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "chivalry"στα αγγλικά

01

ιπποσύνη, ευγένεια

the act of being kind, polite, and courteous to women 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

ιπποσύνη, ιπποτικός κώδικας

the medieval principles governing knighthood and knightly conduct 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chivalric
chivalrous
chivalry
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store