chin
chin
ʧɪn
chin
chainchianchitin

Ορισμός και σημασία του "chin"στα αγγλικά

01

πηγούνι, κάτω μέρος του προσώπου

the lowest part of our face that is below our mouth 
chin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chins
Παραδείγματα
He gently rested his chin on her shoulder. 

Έβαλε απαλά το πηγούνι του στον ώμο της.

02

πηγούνι, γένι

Kamarupan languages spoken in western Burma and Bangladesh and easternmost India 
to chin
01

σπρώχνω τον εαυτό μου προς τα πάνω, κάνω pull-up

raise oneself while hanging from one's hands until one's chin is level with the support bar 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
chin
γ΄ ενικό πρόσωπο
chins
ενεστώτα μετοχή
chinning
απλός αόριστος
chinned
παθητική μετοχή
chinned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store