to chime in
chime
ʧaɪm
chaim
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "chime in"στα αγγλικά

to chime in
01

παρεμβαίνω, μπαίνω στη συζήτηση

break into a conversation 
to chime in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
chime
ενεστώτας
chime in
γ΄ ενικό πρόσωπο
chimes in
ενεστώτα μετοχή
chiming in
απλός αόριστος
chimed in
παθητική μετοχή
chimed in

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store